Στην πορεία κάθε έθνους υπάρχουν στιγμές που η Ιστορία σταματά να κυλά νωχελικά και απαιτεί μια απόφαση. Μια απόφαση που ξεπερνά τη λογική των αριθμών, των στρατιωτικών συσχετισμών και των διπλωματικών ελιγμών. Για την Ελλάδα, μια τέτοια κορυφαία στιγμή υπήρξε η χαραυγή της 28ης Οκτωβρίου 1940.
Όταν ο Ιταλός πρεσβευτής Εμανουέλε Γκράτσι χτύπησε την πόρτα του Ιωάννη Μεταξά μέσα στη νύχτα, ζητώντας γη και ύδωρ, δεν έλαβε απλώς μια αρνητική απάντηση από έναν ηγέτη. Έλαβε την απάντηση ενός ολόκληρου λαού…ένα βροντερό, ομόθυμο «ΟΧΙ».
Αν το «ΟΧΙ» ήταν η θεωρία, το Καλπάκι ήταν η πράξη. Μεταξύ 2 και 8 Νοεμβρίου 1940, στην περιοχή Ελαίας – Καλαμά, παίχτηκε η μοίρα ολόκληρης της χώρας. Ο Διοικητής της 8ης Μεραρχίας, Υποστράτηγος Χαράλαμπος Κατσιμήτρος, πήρε την ιστορική ευθύνη να αγνοήσει τις οδηγίες για υποχώρηση και αποφάσισε να αμυνθεί μέχρι εσχάτων στο φυσικό οχυρό του Καλπακίου.
Λίγες μέρες πριν την εισβολή, όταν το Γενικό Επιτελείο από την Αθήνα εξέφραζε αμφιβολίες για το αν η 8η Μεραρχία μπορούσε να αντέξει το βάρος της ιταλικής επίθεσης, ο Κατσιμήτρος έστειλε ένα ξεκάθαρο μήνυμα: «Μπορεί να ζητούν από εμάς επιβραδυντικό αγώνα, αλλά εγώ σας λέω ότι εδώ θα γίνει η ταφή των Ιταλών». Η ιστορία τον δικαίωσε απόλυτα.
Εκεί, η υπεροψία των Ιταλών συνέτριψε τις γραμμές της λογικής, αλλά όχι της ελληνικής άμυνας. Τα ιταλικά τανκς της μεραρχίας «Κένταυρος» βούλιαξαν στις λάσπες και τα ναρκοπέδια, ενώ το ύψωμα της Γκραμπάλας μετατράπηκε σε πεδίο άγριων μαχών σώμα με σώμα. Με εφ’ όπλου λόγχη και ακλόνητο θάρρος, οι Έλληνες στρατιώτες κράτησαν τη γραμμή. Η ιταλική επίθεση ανακόπηκε οριστικά. Το Καλπάκι έγινε ο τάφος των σχεδίων του Μουσολίνι και η αφετηρία για τη μεγάλη ελληνική αντεπίθεση.
Και αν το Καλπάκι ήταν η καρδιά της άμυνας, το ύψωμα Γκραμπάλα ήταν το κλειδί της. Όποιος έλεγχε την Γκραμπάλα, έλεγχε όλο το πέρασμα. Οι Ιταλοί έριξαν εκεί τους επίλεκτους Αλπινιστές τους (Μεραρχία Τζούλια) και το ύψωμα άλλαξε χέρια πολλές φορές σε μάχες σώμα με σώμα.
Σε αυτήν ακριβώς την ανελέητη σύγκρουση, όπου οι γραμμές ανεφοδιασμού κόβονταν από το σφυροκόπημα και τα χιόνια, η μοίρα των στρατιωτών κρίθηκε από τα μετόπισθεν. Στα παγωμένα βουνά της Πίνδου, ο στρατός έγινε ένα με την τοπική κοινωνία. Οι Γυναίκες της Πίνδου και της Ηπείρου μετατράπηκαν σε ζωντανές εφοδιοπομπές. Με απαράμιλλο θάρρος, κουβαλούσαν στην πλάτη πυρομαχικά, τρόφιμα και βαριά ρούχα μέσα στις χαράδρες και τους γκρεμούς, φτάνοντας μέχρι τις πιο απόκρημνες κορυφές της Γκραμπάλας για να κρατήσουν ζωντανούς τους μαχητές. Δεν ήταν πλέον μια απλή στρατιωτική εμπλοκή· ήταν ένας ολοκληρωτικός πόλεμος ενός έθνους που αρνιόταν να παραδοθεί.
Το Έπος του ’40 δεν γράφτηκε από μακρινούς, απρόσιτους ήρωες. Γράφτηκε από ανθρώπους της διπλανής πόρτας, από τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας που άφησαν τα χωριά και τις οικογένειές τους για να υπερασπιστούν την αξιοπρέπεια αυτού του τόπου. Σήμερα, 86 χρόνια μετά, η θυσία τους στο Καλπάκι και την Πίνδο παραμένει μια ζωντανή υπενθύμιση: όσο μικρός κι αν είσαι στον χάρτη, το ανάστημά σου το ορίζει πάντα η ψυχή σου. Και η ελληνική ψυχή ξέρει να μένει όρθια.
Χρόνια Πολλά, Ελλάδα!

























