Τις τελευταίες ημέρες, μια υπόθεση παράβασης του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας από πολύ υψηλά ιστάμενο αυτοδιοικητικό πρόσωπο της Αγίας Παρασκευής, φέρνει ξανά στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα:
Είναι η εφαρμογή του νόμου καθολική ή επιλεκτική;
Δεν έχει σημασία –ούτε είναι το ζητούμενο– το ποιος είναι ο παραβάτης.
Το ουσιώδες είναι αν η διαδικασία που προβλέπει ο νόμος θα εφαρμοστεί μέχρι τέλους, χωρίς εκπτώσεις, παρεμβάσεις ή «διευθετήσεις».
Ο ΚΟΚ δεν είναι διαπραγματεύσιμος
Ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας προβλέπει σαφείς και συγκεκριμένες κυρώσεις:
-διοικητικό πρόστιμο
-καταγραφή βαθμών στο point system
-αφαίρεση άδειας οδήγησης και πινακίδων
Αυτές οι συνέπειες δεν είναι προαιρετικές. Δεν εφαρμόζονται «κατά περίπτωση», ούτε εξαρτώνται από το αξίωμα, τη θέση ή τις γνωριμίες του παραβάτη.
Η ισονομία δεν είναι πολιτική επιλογή, αλλά συνταγματική υποχρέωση.
Η πραγματική δοκιμασία έρχεται ΜΕΤΑ τη βεβαίωση της παράβασης
Στην Ελλάδα, το πρόβλημα συνήθως δεν είναι η διαπίστωση της παράβασης.
Το πρόβλημα ξεκινά μετά:
Θα καταχωρηθεί κανονικά η κλήση;
Θα προχωρήσουν οι διοικητικές κυρώσεις;
Θα εκτελεστούν πλήρως (π.χ. αφαίρεση πινακίδων όπου προβλέπεται);
Ή θα υπάρξει «σιωπηλή διόρθωση» στην πορεία;
Αυτό είναι το σημείο όπου κρίνεται η αξιοπιστία του ΚΡΑΤΟΥΣ ΔΙΚΑΙΟΥ.
Καμία επίκληση αξιώματος δεν αίρει την ευθύνη
Η επίκληση θεσμικής ιδιότητας δεν μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία, να μειώσει τις κυρώσεις ή να «εξαφανίσει» μια παράβαση.
Αν συμβεί κάτι τέτοιο, τότε το μήνυμα προς την κοινωνία είναι σαφές και επικίνδυνο: Υπάρχουν πολίτες δύο κατηγοριών.
Όταν οι θεσμοί λειτουργούν, πρέπει να το αναγνωρίζουμε
Στην προκειμένη περίπτωση, αξίζει να επισημανθεί κάτι αυτονόητο αλλά συχνά παραγνωρισμένο. Παρά τις πιέσεις που –κατά πληροφορίες– ασκήθηκαν και παρά την επίκληση του αξιώματος του παραβάτη, τα όργανα της τάξης δεν “λύγισαν”!
Εφάρμοσαν τον νόμο όπως οφείλουν, με επαγγελματισμό και θεσμική συνέπεια
Και αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι η βάση πάνω στην οποία στηρίζεται το κράτος δικαίου.
Τους οφείλεται λοιπόν ένα μεγάλο “ευχαριστώ”.
Η ευθύνη περνά τώρα στο πολιτικό επίπεδο
Από εδώ και πέρα, το ζήτημα δεν αφορά τους αστυνομικούς, αλλά τους πολιτικούς προϊσταμένους και τη βούλησή τους.
Θα διασφαλίσουν ότι η διαδικασία θα ολοκληρωθεί χωρίς παρεμβάσεις;
Θα προστατεύσουν τη νομιμότητα που οι ίδιοι εξαγγέλλουν;
Γιατί υπάρχει ένα προφανές οξύμωρο που δεν μπορεί να αγνοηθεί:
Δεν μπορεί να ορθώνει ανάστημα ο νεαρός αστυνομικός στο δρόμο και να κάμπτεται ο υπουργός των εξαγγελιων αυστηρών μέτρων καταπολέμησης της παραβατικότητας!
Αν συμβεί το δεύτερο, τότε κάθε διακήρυξη περί «μηδενικής ανοχής» γίνεται προκλητικά υποκριτική, σε μια πολύ δύσκολη – πολιτικά – συγκυρία.
Η κοινωνία παρακολουθεί
Οι πολίτες δεν ενδιαφέρονται για ονόματα. Ενδιαφέρονται για κάτι πολύ πιο απλό και θεμελιώδες:
Αν οι κανόνες που ισχύουν για τους ίδιους, ισχύουν και για όσους ασκούν εξουσία.
Κάθε διαφορετική μεταχείριση υπονομεύει την εμπιστοσύνη, ενισχύει την απαξίωση των θεσμών και ακυρώνει στην πράξη κάθε εξαγγελία περί «μηδενικής ανοχής».
Το αυτονόητο αίτημα
Η απαίτηση είναι μία και ξεκάθαρη:
– Να εφαρμοστεί ο νόμος πλήρως και χωρίς καμία παρέκκλιση.
– Η κλήση να παραμείνει σε ισχύ
– Οι προβλεπόμενες κυρώσεις να επιβληθούν
– Η διαδικασία να ολοκληρωθεί όπως ακριβώς ορίζει ο νόμος
Χωρίς εξαιρέσεις.
Χωρίς παρεμβάσεις.
Χωρίς σκιές.
Γιατί εδώ κρίνεται κάτι μεγαλύτερο
Το ζήτημα δεν είναι μια τροχαία παράβαση. Είναι το αν η έννοια της ισονομίας παραμένει ζωντανή ή αν μετατρέπεται σε θεωρητική αρχή χωρίς πρακτική εφαρμογή.
Σε μια ευνομούμενη πολιτεία, το ερώτημα δεν θα έπρεπε ΚΑΝ να τίθεται. Στην πράξη, όμως, κάθε τέτοια υπόθεση είναι μια δοκιμασία και αυτή τη φορά, το αποτέλεσμα θα φανεί και θα συζητηθεί. Ίσως και πέρα από τα στενά όρια του Δήμου Αγίας Παρασκευής.































